Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steel
01
χάλυβας, σκληρό μέταλλο
a type of hard metal that is made of a mixture of iron and carbon, used in construction of buildings, vehicles, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The skyscraper's framework was constructed with high-quality steel.
Το πλαίσιο του ουρανοξύστη κατασκευάστηκε με χάλυβα υψηλής ποιότητας.
02
ατσάλι, σπαθί
a sword or similar cutting and thrusting weapon, featuring a long metal blade and a hilt with a hand guard for protection and control
Παραδείγματα
The knight drew his steel and prepared for battle.
Ο ιππότης τράβηξε το ατσάλι του και ετοιμάστηκε για μάχη.
03
ατσάλι, ακονιστήρι
a ridged steel rod used for sharpening knives and other cutting tools by realigning their edges
Παραδείγματα
The chef used a steel to sharpen his knives before starting to cook.
Ο σεφ χρησιμοποίησε ένα ακονιστήρι για να ακονίσει τα μαχαίρια του πριν αρχίσει να μαγειρεύει.
to steel
01
προετοιμάζομαι ψυχολογικά, σφυρηλατώ τον εαυτό μου
to mentally prepare oneself to face something difficult or unpleasant with determination and resilience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
steel
γ΄ ενικό πρόσωπο
steels
ενεστώτα μετοχή
steeling
απλός αόριστος
steeled
παθητική μετοχή
steeled
Παραδείγματα
She had to steel herself for the tough conversation with her boss.
Έπρεπε να προετοιμαστεί ψυχολογικά για τη δύσκολη συζήτηση με τον αφεντικό της.
02
επιστυλώνω, επικαλύπτω με ατσάλι
to apply a layer of steel to an object to enhance its durability, strength, and performance
Παραδείγματα
The craftsman decided to steel the blade for added durability.
Ο τεχνίτης αποφάσισε να ατσάλισει τη λεπίδα για περισσότερη αντοχή.
Λεξικό Δέντρο
steely
steel



























