Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
steamy
01
παθιασμένος, αισθησιακός
feeling great sexual desire
Παραδείγματα
The forecast predicted a steamy afternoon, perfect for lounging by the pool.
Η πρόγνωση προέβλεπε ένα βρομερό απόγευμα, ιδανικό για ξεκούραση δίπλα στην πισίνα.
03
καπνιστός, ατμιστός
filled with steam or emitting moisture in the form of vapor or mist
Λεξικό Δέντρο
steaminess
steamy
steam



























