Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
steamy
01
παθιασμένος, αισθησιακός
feeling great sexual desire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
steamiest
συγκριτικός βαθμός
steamier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sexuality, emotion, desire
Παραδείγματα
The steamy weather made the beach feel even more inviting.
Ο αποπνικτικός καιρός έκανε την παραλία να φαίνεται ακόμα πιο δελεαστική.
03
καπνιστός, ατμιστός
filled with steam or emitting moisture in the form of vapor or mist
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
steaminess
steamy
steam



























