steamy
stea
ˈsti:
στι
my
mi
μι
steadyseamy

Ορισμός και σημασία του "steamy"στα αγγλικά

01

παθιασμένος, αισθησιακός

feeling great sexual desire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
steamiest
συγκριτικός βαθμός
steamier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sexuality, emotion, desire
02

υγρός, πνιγηρός

(of weather) characterized by high humidity and warmth 
Παραδείγματα
The steamy weather made the beach feel even more inviting. 

Ο αποπνικτικός καιρός έκανε την παραλία να φαίνεται ακόμα πιο δελεαστική.

03

καπνιστός, ατμιστός

filled with steam or emitting moisture in the form of vapor or mist 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

steaminess
steamy
steam
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store