Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steam room
01
ατμόλουτρο, δωμάτιο ατμού
a room that can be filled with steam in which people bathe; `vapour bath' is a British term
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steam rooms



























