Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to steal away
01
ξεγλιστρώ, φεύγω κρυφά
to leave a place quietly, typically to avoid being noticed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
steal
ενεστώτας
steal away
γ΄ ενικό πρόσωπο
steals away
ενεστώτα μετοχή
stealing away
απλός αόριστος
stole away
παθητική μετοχή
stolen away
Παραδείγματα
The actress managed to steal away from the film set without the paparazzi spotting her.
Η ηθοποιός κατάφερε να ξεγλιστρήσει από το σκηνικό χωρίς να την εντοπίσουν οι παπαράτσι.



























