Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to steal away
[phrase form: steal]
01
ξεγλιστρώ, φεύγω κρυφά
to leave a place quietly, typically to avoid being noticed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
steal
ενεστώτας
steal away
γ΄ ενικό πρόσωπο
steals away
ενεστώτα μετοχή
stealing away
απλός αόριστος
stole away
παθητική μετοχή
stolen away
Παραδείγματα
The fugitive managed to steal away from the authorities and evade capture.
Ο δραπέτης κατάφερε να φύγει κρυφά από τις αρχές και να αποφύγει τη σύλληψη.



























