to steal away
steal
sti:l
stil
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "steal away"στα αγγλικά

to steal away
01

ξεγλιστρώ, φεύγω κρυφά

to leave a place quietly, typically to avoid being noticed 
to steal away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
steal
ενεστώτας
steal away
γ΄ ενικό πρόσωπο
steals away
ενεστώτα μετοχή
stealing away
απλός αόριστος
stole away
παθητική μετοχή
stolen away
Παραδείγματα
The actress managed to steal away from the film set without the paparazzi spotting her. 

Η ηθοποιός κατάφερε να ξεγλιστρήσει από το σκηνικό χωρίς να την εντοπίσουν οι παπαράτσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store