staying power
staying
steɪɪng
στειινγκ
power
paʊə
παουε

Ορισμός και σημασία του "staying power"στα αγγλικά

01

the ability to continue, last, or not give up 

ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
Παραδείγματα
The young athlete showed real staying power. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store