to stash away
stash
ˈstæʃ
stāsh
a
ə
ē
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "stash away"στα αγγλικά

to stash away
01

κρύβω, αποθηκεύω

to secretly store something in a place in order to use it later 
to stash away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
stash
ενεστώτας
stash away
γ΄ ενικό πρόσωπο
stashes away
ενεστώτα μετοχή
stashing away
απλός αόριστος
stashed away
παθητική μετοχή
stashed away
Παραδείγματα
The pirate captain stashed away the treasure on a remote island. 

Ο καπετάνιος των πειρατών έκρυψε τον θησαυρό σε ένα απομακρυσμένο νησί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store