Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stash away
01
κρύβω, αποθηκεύω
to secretly store something in a place in order to use it later
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
stash
ενεστώτας
stash away
γ΄ ενικό πρόσωπο
stashes away
ενεστώτα μετοχή
stashing away
απλός αόριστος
stashed away
παθητική μετοχή
stashed away
Παραδείγματα
The pirate captain stashed away the treasure on a remote island.
Ο καπετάνιος των πειρατών έκρυψε τον θησαυρό σε ένα απομακρυσμένο νησί.



























