starved
starved
stɑrvd
σταρβντ
/stˈɑːvd/

Ορισμός και σημασία του "starved"στα αγγλικά

01

πεινασμένος, λιμοκτονούντας

extremely hungry
starved definition and meaning
02

πεινασμένος, λιμοκτονούντας

suffering from lack of food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most starved
συγκριτικός βαθμός
more starved
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store