Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staring
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most staring
συγκριτικός βαθμός
more staring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She froze, her staring eyes locked on the strange figure in the distance.
Πάγωσε, τα ανοιχτά της μάτια κλειδωμένα στο παράξενο σχήμα στον ορίζοντα.
02
καθαρός και απλός, άμεσα
without qualification; used informally as (often pejorative) intensifiers
Λεξικό Δέντρο
staring
star



























