staring
Pronunciation
/ˈstɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "staring"στα αγγλικά

01

ακίνητο, ανοιχτό

(of eyes) wide open and fixed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most staring
συγκριτικός βαθμός
more staring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She froze, her staring eyes locked on the strange figure in the distance.
Πάγωσε, τα ανοιχτά της μάτια κλειδωμένα στο παράξενο σχήμα στον ορίζοντα.
02

καθαρός και απλός, άμεσα

without qualification; used informally as (often pejorative) intensifiers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store