Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Standing
01
υπόληψη, κατάσταση
a person's reputation, status, or position within a system, society, or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
standings
Παραδείγματα
His standing in the company improved significantly after he successfully led the major project.
Η θέση του στην εταιρεία βελτιώθηκε σημαντικά αφού ηγήθηκε με επιτυχία του σημαντικού έργου.
02
στάση όρθιας θέσης, το να στέκεσαι όρθιος
the act of assuming or maintaining an erect upright position
03
κατάταξη, θέση
the rank of a team or individual in a sport competition
Παραδείγματα
The team’s current standing in the league is second place.
Η τρέχουσα θέση της ομάδας στο πρωτάθλημα είναι η δεύτερη θέση.
standing
01
στέκεται, σε κατακόρυφη θέση
having a supporting base
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most standing
συγκριτικός βαθμός
more standing
διαβαθμίσιμο
02
μόνιμος, διαρκής
not created for a particular occasion
03
στέκεται
(of persons) on the feet; having the torso in an erect position supported by straight legs
04
στέκεται, από θέση όρθιας
executed in or initiated from a standing position
05
ακίνητος, στάσιμος
(of fluids) not moving or flowing
06
στέκεται, μόνιμος
permanent
standing
01
πρόθυμα, οικειοθελώς
in a willing manner
γραμματικές πληροφορίες



























