Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
standardized
01
τυποποιημένος, κανονικοποιημένος
made consistent or uniform according to a set standard or rule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most standardized
συγκριτικός βαθμός
more standardized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Standardized units of measurement such as meters and kilograms facilitate international trade and communication.
Τυποποιημένες μονάδες μέτρησης όπως τα μέτρα και τα κιλά διευκολύνουν το διεθνές εμπόριο και την επικοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
standardized
standardize
standard



























