to stanch
stanch
stɑ:nʧ
staanch
starchstenchstaunch

Ορισμός και σημασία του "stanch"στα αγγλικά

to stanch
01

σταματώ, ανακόπτω

to stop the flow of something, especially blood or liquid, by applying pressure or using a barrier 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stanch
γ΄ ενικό πρόσωπο
stanches
ενεστώτα μετοχή
stanching
απλός αόριστος
stanched
παθητική μετοχή
stanched
Παραδείγματα
He used a cloth to stanch the bleeding from her wound. 

Χρησιμοποίησε ένα πανί για να σταματήσει την αιμορραγία από το τραύμα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store