Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stanch
01
σταματώ, ανακόπτω
to stop the flow of something, especially blood or liquid, by applying pressure or using a barrier
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stanch
γ΄ ενικό πρόσωπο
stanches
ενεστώτα μετοχή
stanching
απλός αόριστος
stanched
παθητική μετοχή
stanched
Παραδείγματα
He used a cloth to stanch the bleeding from her wound.
Χρησιμοποίησε ένα πανί για να σταματήσει την αιμορραγία από το τραύμα της.
Λεξικό Δέντρο
stanchion
stanch



























