Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stammer
01
τραυλίζω, κομπάζω
resembling the wind in speed, force, or variability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stammer
γ΄ ενικό πρόσωπο
stammers
ενεστώτα μετοχή
stammering
απλός αόριστος
stammered
παθητική μετοχή
stammered
02
τραυλίζω, κομπάζω
to speak with involuntary stops and repetitions of certain words
Παραδείγματα
Overwhelmed by emotion, she began to stammer through her tearful apology.
Καταπονημένη από το συναίσθημα, άρχισε να τραυλίζει κατά τη διάρκεια της δακρύβρεχτης συγγνώμης της.
Stammer
01
τραύλισμα, κομπασμός
a speech disorder involving hesitations and involuntary repetitions of certain sounds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stammers



























