Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stairway
01
σκάλα, κλιμακοστάσιο
a set of steps along with their surrounding structure that can lead one from one floor to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stairways
Παραδείγματα
The grand stairway in the mansion was made of marble.
Η μεγάλη σκάλα στην έπαυλη ήταν φτιαγμένη από μάρμαρο.
Λεξικό Δέντρο
stairway
stair
way



























