Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stacker
01
στοιβαζτής, μηχανή στοίβαξης
a person or machine that arranges items into stacks, typically in warehouses, retail settings, or industrial operations
Παραδείγματα
The stacker ensured all items were neatly arranged for easy access.
Ο στοιβαζόμενος διασφάλιζε ότι όλα τα αντικείμενα ήταν τακτοποιημένα για εύκολη πρόσβαση.
Λεξικό Δέντρο
stacker
stack



























