Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Benevolence
01
καλοσύνη, ευγένεια
an act intending or showing kindness and good will
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
καλοσύνη, γενναιοδωρία
an inclination to do kind or charitable acts
03
καλοσύνη, γενναιοδωρία
disposition to do good
Λεξικό Δέντρο
benevolence
benevol



























