Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squirt
01
ψεκάζω, εκτοξεύω σε στενή ροή
to cause something to come out forcefully in a narrow stream
Transitive: to squirt a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squirt
γ΄ ενικό πρόσωπο
squirts
ενεστώτα μετοχή
squirting
απλός αόριστος
squirted
παθητική μετοχή
squirted
Παραδείγματα
She squirted ketchup onto her fries from the bottle.
Αυτή ψέκασε κέτσαπ στα τηγανητές πατάτες της από το μπουκάλι.
02
ψεκάζω, πυροβολώ
to wet something with a quick jet or stream of liquid
Transitive: to squirt sb/sth with a liquid
Παραδείγματα
She accidentally squirted her shirt with juice while pouring it.
Εκείνη κατά λάθος ψέκασε το μπλουζάκι της με χυμό ενώ το έριχνε.
Squirt
01
νάνος, ασήμαντος
someone who is of small stature and may be perceived as unimportant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squirts
02
πίδακας, ψεκασμός
the occurrence of a sudden discharge (as of liquid)
Λεξικό Δέντρο
squirter
squirting
squirt



























