Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squirrel away
[phrase form: squirrel]
01
αποταμιεύω, εκτίθεμαι
save up as for future use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
squirrel
ενεστώτας
squirrel away
γ΄ ενικό πρόσωπο
squirrels away
ενεστώτα μετοχή
squirreling away
απλός αόριστος
squirreled away
παθητική μετοχή
squirreled away



























