Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squash
01
συντρίβω, συμπιέζω
to press or squeeze something with force
Transitive: to squash sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squash
γ΄ ενικό πρόσωπο
squashes
ενεστώτα μετοχή
squashing
απλός αόριστος
squashed
παθητική μετοχή
squashed
Παραδείγματα
He had to squash the empty soda can before recycling it.
Έπρεπε να συντρίψει το άδειο κουτί σόδας πριν το ανακυκλώσει.
Squash
01
σκουός, παιχνίδι σκουός
a game that involves two or more players, hitting a rubber ball against the walls of a closed court by a racket
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Squash is a fast-paced game that requires agility, speed, and precision.
Το squash είναι ένα γρήγορο παιχνίδι που απαιτεί ευκινησία, ταχύτητα και ακρίβεια.
02
κολοκύθα, κολοκυθάκι
a group of edible plants that are typically harvested and cooked while still immature
Παραδείγματα
He grew a beautiful yellow squash in his backyard garden and used it to make a delicious food.
Καλλιέργησε μια όμορφη κίτρινη κολοκύθα στον κήπο της πίσω αυλής του και τη χρησιμοποίησε για να φτιάξει ένα νόστιμο φαγητό.
03
κολοκύθα, κολοκύθι
any of numerous annual trailing plants of the genus Cucurbita grown for their fleshy edible fruits
04
συνωστισμός, στενοχώρια
a situation where there is very little space for people or things
Παραδείγματα
It’s a bit of a squash in the car, but we can all fit.
Είναι λίγο στενό στο αυτοκίνητο, αλλά μπορούμε όλοι να χωρέσουμε.
Λεξικό Δέντρο
squashed
squash



























