Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spritz
01
ψεκάζω, διαβρέχω
to spray a small amount of liquid in a fine mist
Transitive: to spritz a liquid
Παραδείγματα
To style her hair, she would spritz a light mist of hairspray to set the curls in place.
Για να στυλώσει τα μαλλιά της, ψεκάζει μια ελαφριά ομίχλη λακ για να σταθεροποιήσει τις μπούκλες στη θέση τους.
02
ψεκάζω, διαλύω
to disperse or apply a liquid onto a surface, covering it either entirely or partially
Transitive: to spritz a surface with a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spritz
γ΄ ενικό πρόσωπο
spritzes
ενεστώτα μετοχή
spritzing
απλός αόριστος
spritzed
παθητική μετοχή
spritzed
Παραδείγματα
The florist spritzed the bouquet with water to keep the flowers looking fresh.
Ο ανθοπώλης ψέκασε το μπουκέτο με νερό για να κρατήσει τα λουλούδια φρέσκα.
Spritz
01
μια γρήγορη ψεκασία, λίγο σπρέι
a quick squirt of some liquid (usually carbonated water)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spritzes
Λεξικό Δέντρο
spritzer
spritz



























