to spritz
spritz
sprɪts
sprits
spitz

Ορισμός και σημασία του "spritz"στα αγγλικά

to spritz
01

ψεκάζω, διαβρέχω

to spray a small amount of liquid in a fine mist 
Transitive: to spritz a liquid
to spritz definition and meaning
Παραδείγματα
She decided to spritz some water on her face for a refreshing feeling on a hot summer day. 

Αποφάσισε να ψεκάσει λίγο νερό στο πρόσωπό της για μια δροσιστική αίσθηση σε μια καυτή καλοκαιρινή μέρα.

02

ψεκάζω, διαλύω

to disperse or apply a liquid onto a surface, covering it either entirely or partially 
Transitive: to spritz a surface with a liquid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spritz
γ΄ ενικό πρόσωπο
spritzes
ενεστώτα μετοχή
spritzing
απλός αόριστος
spritzed
παθητική μετοχή
spritzed
Παραδείγματα
She spritzed the countertop with disinfectant to clean it thoroughly. 

Ψέκασε τον πάγκο με απολυμαντικό για να τον καθαρίσει εντελώς.

01

μια γρήγορη ψεκασία, λίγο σπρέι

a quick squirt of some liquid (usually carbonated water) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spritzes

Λεξικό Δέντρο

spritzer
spritz
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store