spring-clean
spring
sprɪng
σπρινγκ
clean
kli:n
κλην
/spɹˈɪŋklˈiːn/

Ορισμός και σημασία του "spring-clean"στα αγγλικά

to spring-clean
01

καθαρίζω εντελώς, κάνω την ανοιξιάτικη καθαριότητα

to thoroughly clean and organize a space, typically done during the spring season
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spring-clean
γ΄ ενικό πρόσωπο
spring-cleans
ενεστώτα μετοχή
spring-cleaning
απλός αόριστος
spring-cleaned
παθητική μετοχή
spring-cleaned
Παραδείγματα
I need to spring-clean my car; it ’s a mess after winter.
Πρέπει να κάνω καθαρισμό ανοιξιάτικο στο αυτοκίνητό μου· είναι χάος μετά τον χειμώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store