Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spring-clean
01
καθαρίζω εντελώς, κάνω την ανοιξιάτικη καθαριότητα
to thoroughly clean and organize a space, typically done during the spring season
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spring-clean
γ΄ ενικό πρόσωπο
spring-cleans
ενεστώτα μετοχή
spring-cleaning
απλός αόριστος
spring-cleaned
παθητική μετοχή
spring-cleaned
Παραδείγματα
Every year, they spring-clean the house before Easter.
Κάθε χρόνο, κάνουν ανοιξιάτικο καθάρισμα στο σπίτι πριν από το Πάσχα.



























