Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spring-clean
01
καθαρίζω εντελώς, κάνω την ανοιξιάτικη καθαριότητα
to thoroughly clean and organize a space, typically done during the spring season
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spring-clean
γ΄ ενικό πρόσωπο
spring-cleans
ενεστώτα μετοχή
spring-cleaning
απλός αόριστος
spring-cleaned
παθητική μετοχή
spring-cleaned
Παραδείγματα
I need to spring-clean my car; it ’s a mess after winter.
Πρέπει να κάνω καθαρισμό ανοιξιάτικο στο αυτοκίνητό μου· είναι χάος μετά τον χειμώνα.



























