Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spray paint
01
σπρέι μπογιά, αεροζόλ μπογιά
a type of paint that comes in an aerosol can. It is applied to a surface by spraying
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spray paints
LanGeek



























