Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sprawling
01
επέκταση, αδέξια στάση
an ungainly posture with arms and legs spread about
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sprawlings
sprawling
01
απλωμένος, διάσπαρτος
spreading out in different directions or distributed irregularly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sprawling
συγκριτικός βαθμός
more sprawling
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
sprawling
sprawl



























