sprawling
Pronunciation
/ˈspɹɔɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sprawling"στα αγγλικά

01

επέκταση, αδέξια στάση

an ungainly posture with arms and legs spread about
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sprawlings
01

απλωμένος, διάσπαρτος

spreading out in different directions or distributed irregularly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sprawling
συγκριτικός βαθμός
more sprawling
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

sprawling
sprawl
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store