sprawling
spraw
ˈsprɔ:
σπρο
ling
lɪng
λινγκ
spraying

Ορισμός και σημασία του "sprawling"στα αγγλικά

01

spreading out in different directions or distributed irregularly 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sprawling
συγκριτικός βαθμός
more sprawling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
growth, space, development
Παραδείγματα
The city is surrounded by sprawling suburbs. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sprawling
sprawl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store