Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sprawling
01
spreading out in different directions or distributed irregularly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sprawling
συγκριτικός βαθμός
more sprawling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
growth, space, development
Παραδείγματα
The city is surrounded by sprawling suburbs.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sprawling
sprawl



























