sporting
Pronunciation
/ˈspɔɹtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sporting"στα αγγλικά

01

αθλητικός, δίκαιος

exhibiting or calling for sportsmanship or fair play
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sporting
συγκριτικός βαθμός
more sporting
διαβαθμίσιμο
02

αθλητικός, σχετικός με τα αθλήματα

relating to or used in sports
03

αθλητικός, τολμηρός

involving risk or willingness to take a risk
04

τυχερόπαιχτος, παθιασμένος με τα παιχνίδια τύχης

preoccupied with the pursuit of pleasure and especially games of chance
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store