Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sporting
01
αθλητικός, δίκαιος
exhibiting or calling for sportsmanship or fair play
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sporting
συγκριτικός βαθμός
more sporting
διαβαθμίσιμο
02
αθλητικός, σχετικός με τα αθλήματα
relating to or used in sports
03
αθλητικός, τολμηρός
involving risk or willingness to take a risk
04
τυχερόπαιχτος, παθιασμένος με τα παιχνίδια τύχης
preoccupied with the pursuit of pleasure and especially games of chance
Λεξικό Δέντρο
sportingly
unsporting
sporting
sport



























