spokeshave
Pronunciation
/spˈoʊkʃeɪv/

Ορισμός και σημασία του "spokeshave"στα αγγλικά

01

ξύστρα ξύλου, εργαλείο καμπυλών επιφανειών

a woodworking hand tool with a curved blade set in a handle, designed for shaping and smoothing concave or convex surfaces of wood
spokeshave definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spokeshaves
Παραδείγματα
She used the spokeshave to remove small amounts of wood and perfect the round edges of the chair.
Χρησιμοποίησε το κοπτικό κυρτής λεπίδας για να αφαιρέσει μικρές ποσότητες ξύλου και να τελειοποιήσει τις στρογγυλεμένες άκρες της καρέκλας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store