spirituality
spi
ˌspɪ
spi
ri
ri
tua
ˈtjuæ
tyooā
li
ty
ti
ti
spiritualty

Ορισμός και σημασία του "spirituality"στα αγγλικά

01

πνευματικότητα, πνευματική ζωή

the quality of relating to the human spirit or religious matters rather than material things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Meditation can enhance a sense of spirituality. 

Ο διαλογισμός μπορεί να ενισχύσει μια αίσθηση πνευματικότητας.

02

πνευματικότητα, εκκλησιαστική περιουσία

property or income owned by a church 

Λεξικό Δέντρο

spirituality
spiritual
spiritu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store