Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spiritual
01
πνευματικός, πνευματικός
relating to or connected with the soul or spirit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Meditation can foster spiritual growth.
Ο διαλογισμός μπορεί να προωθήσει την πνευματική ανάπτυξη.
02
πνευματικός, θρησκευτικός
relating to sacred matters such as religion, church, etc.
Παραδείγματα
She found solace in spiritual practices like meditation and prayer.
Βρήκε παρηγοριά σε πνευματικές πρακτικές όπως ο διαλογισμός και η προσευχή.
03
πνευματικός, άυλος
not having a material body or physical form
Παραδείγματα
The experience felt intensely spiritual rather than physical.
Η εμπειρία αισθάνθηκε έντονα πνευματική παρά σωματική.
04
φαντασματικός, επουσιώδης
having qualities or appearance characteristic of a phantom or ghost
Παραδείγματα
The abandoned house had a spiritual presence.
Το εγκαταλειμμένο σπίτι είχε μια πνευματική παρουσία.
Spiritual
01
σπιριτουάλ, πνευματικό τραγούδι
a religious song, originating among Black communities in the southern United States
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spirituals
Παραδείγματα
The choir sang a moving spiritual at the Sunday service.
Η χορωδία τραγούδησε ένα συγκινητικό σπιριτσουάλ στη λειτουργία της Κυριακής.
Λεξικό Δέντρο
spirituality
spiritualize
spiritually
spiritual
spiritu



























