Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spiritedly
01
με ενθουσιασμό, με αποφασιστικότητα
in a way that shows energy, enthusiasm, or determination
Παραδείγματα
The audience clapped spiritedly at the end of the performance.
Το κοινό χειροκρότησε ενθουσιωδώς στο τέλος της παράστασης.
Λεξικό Δέντρο
spiritedly
spirited
spirit



























