Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spinet
01
σπινέτο, πρωιμό πληκτροφόρο όργανο παρόμοιο με το τσέμπαλο
an early keyboard instrument similar to a harpsichord with strings set slantwise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spinets
02
σπινέτο, μικρό και συμπαγές όρθιο πιάνο
a small and compactly built upright piano



























