Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spin out
01
επιμηκύνω, επεκτείνω
to extend a process, activity, or situation
Transitive: to spin out a process or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
spin
ενεστώτας
spin out
γ΄ ενικό πρόσωπο
spins out
ενεστώτα μετοχή
spinning out
απλός αόριστος
spun out
παθητική μετοχή
spun out
Παραδείγματα
Facing budget constraints, the team chose to spin the development process out over several months.
Αντιμέτωπη με τους περιορισμούς του προϋπολογισμού, η ομάδα επέλεξε να εκτείνει τη διαδικασία ανάπτυξης σε διάφορους μήνες.
02
ξεφεύγω, χάνω τον έλεγχο και περιστρέφομαι
to lose control of a vehicle, causing it to spin around or slide uncontrollably, typically on a slippery or wet surface
Παραδείγματα
He lost control of the car and spun out on the wet pavement.
Έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και περιστράφηκε στο βρεγμένο πεζοδρόμιο.



























