Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spew
01
εμετός, ξεραίνω
to expel the contents of the stomach through the mouth
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spew
γ΄ ενικό πρόσωπο
spews
ενεστώτα μετοχή
spewing
απλός αόριστος
spewed
παθητική μετοχή
spewed
Παραδείγματα
After eating the spoiled food, he couldn't help but spew all over the kitchen floor.
Αφού έφαγε το χαλασμένο φαγητό, δεν μπορούσε παρά να κάνει εμετό παντού στο πάτωμα της κουζίνας.
02
εκτοξεύω, εξεμώ
to forcefully eject a large amount of something
Transitive: to spew a gas or liquid
Παραδείγματα
The volcano began to spew hot lava and ash, creating a dangerous situation.
Το ηφαίστειο άρχισε να εκτοξεύει καυτή λάβα και στάχτη, δημιουργώντας μια επικίνδυνη κατάσταση.
03
φτύνω, ξεράω
to forcefully expel saliva, phlegm, or other fluids from the mouth
Transitive: to spew fluids
Παραδείγματα
He couldn't contain his laughter and ended up spewing soda all over the table.
Δεν μπορούσε να συγκρατήσει το γέλιο του και κατέληξε να φτύσει σόδα παντού στο τραπέζι.
Λεξικό Δέντρο
spewer
spew



























