spending
Pronunciation
/ˈspɛndɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "spending"στα αγγλικά

01

δαπάνες, κατανάλωση

the act of using money to buy goods or services
spending definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She tracked her monthly spending to manage her budget.
Παρακολούθησε τις μηνιαίες δαπάνες της για να διαχειριστεί τον προϋπολογισμό της.
02

δαπάνες, προϋπολογισμοί

the amount of money used, particularly by a government or organization
Παραδείγματα
The government 's spending on healthcare rose by 10 % this year.
Οι δαπάνες της κυβέρνησης για την υγειονομική περίθαλψη αυξήθηκαν κατά 10% φέτος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store