Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spending
01
δαπάνες, κατανάλωση
the act of using money to buy goods or services
Παραδείγματα
She tracked her monthly spending to manage her budget.
Παρακολούθησε τις μηνιαίες δαπάνες της για να διαχειριστεί τον προϋπολογισμό της.
02
δαπάνες, προϋπολογισμοί
the amount of money used, particularly by a government or organization
Παραδείγματα
The government 's spending on healthcare rose by 10 % this year.
Οι δαπάνες της κυβέρνησης για την υγειονομική περίθαλψη αυξήθηκαν κατά 10% φέτος.
Λεξικό Δέντρο
spending
spend



























