Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spending
01
δαπάνες, κατανάλωση
the act of using money to buy goods or services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His spending on clothes has decreased recently.
Οι δαπάνες του για ρούχα έχουν μειωθεί πρόσφατα.
02
δαπάνες, προϋπολογισμοί
the amount of money used, particularly by a government or organization
Παραδείγματα
They recorded their spending to understand their financial situation better.
Κατέγραψαν τις δαπάνες τους για να κατανοήσουν καλύτερα την οικονομική τους κατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spending
spend



























