Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to speed up
01
επιταχύνω, βιάζομαι
to become faster
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
speed
ενεστώτας
speed up
γ΄ ενικό πρόσωπο
speeds up
ενεστώτα μετοχή
speeding up
απλός αόριστος
sped up
παθητική μετοχή
sped up
Παραδείγματα
The river currents began to speed up after heavy rainfall in the upstream areas.
Τα ρεύματα του ποταμού άρχισαν να επιταχύνονται μετά από ισχυρές βροχοπτώσεις στις πάνω περιοχές.
02
επιταχύνω, εξοργίζω
to increase the speed of something
Transitive: to speed up an activity
Παραδείγματα
The government launched initiatives to speed up the processing of visa applications for international travelers.
Η κυβέρνηση ξεκίνησε πρωτοβουλίες για να επιταχύνει την επεξεργασία των αιτήσεων βίζας για διεθνείς ταξιδιώτες.



























