speech therapist
speech
ˈspi:ʧ
spich
the
θɛ
the
ra
pist
pɪst
pist

Ορισμός και σημασία του "speech therapist"στα αγγλικά

Speech therapist
01

λογοθεραπευτής, θεραπευτής ομιλίας

a professional who helps individuals improve their communication and swallowing skills 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
speech therapists
Παραδείγματα
The speech therapist helps with issues like stuttering or trouble pronouncing words. 

Ο λογοθεραπευτής βοηθά με προβλήματα όπως το τραύλισμα ή τις δυσκολίες στην προφορά λέξεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store