spectator
spec
ˈspɛk
spek
ta
teɪ
tei
tor
speculator

Ορισμός και σημασία του "spectator"στα αγγλικά

01

θεατής, παρατηρητής

a person who watches sport competitions closely 
spectator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spectators
Παραδείγματα
The enthusiastic spectator cheered loudly as her favorite team scored the winning goal in the final minutes of the match. 

Ο ενθουσιασμένος θεατής ζητωκραύγασε δυνατά όταν η αγαπημένη του ομάδα σκόραρε το νικητήριο γκολ στα τελευταία λεπτά του αγώνα.

02

θεατής, γυναικεία πέδιλα με μεσαίο τακούνι; συνήθως σε αντίθετα χρώματα για τα δάχτυλα και το τακούνι

a woman's pump with medium heel; usually in contrasting colors for toe and heel 
spectator definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store