spark plug
spark
spɑ:k
spaak
plug
plʌg
plag

Ορισμός και σημασία του "spark plug"στα αγγλικά

01

σπινθήρας, μπουζί

a device that ignites the fuel-air mixture in the engine cylinders 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spark plugs
Παραδείγματα
She checked the spark plug gap before installation. 

Ελέγξει το κενό του μπουζιού πριν από την εγκατάσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store