Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spangle
01
στρασ, πιατέτα
adornment consisting of a small piece of shiny material used to decorate clothing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spangles
to spangle
01
διακοσμώ με πούλιες, στολίζω με πούλιες
decorate with spangles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spangle
γ΄ ενικό πρόσωπο
spangles
ενεστώτα μετοχή
spangling
απλός αόριστος
spangled
παθητική μετοχή
spangled
02
λαμπυρίζω, αστράφτω
glitter as if covered with spangles
Λεξικό Δέντρο
spangly
spangle



























