spangle
span
ˈspæn
σπαιν
gle
gəl
γκαλ
/spˈæŋɡə‍l/

Ορισμός και σημασία του "spangle"στα αγγλικά

01

στρασ, πιατέτα

adornment consisting of a small piece of shiny material used to decorate clothing
spangle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spangles
to spangle
01

διακοσμώ με πούλιες, στολίζω με πούλιες

decorate with spangles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spangle
γ΄ ενικό πρόσωπο
spangles
ενεστώτα μετοχή
spangling
απλός αόριστος
spangled
παθητική μετοχή
spangled
02

λαμπυρίζω, αστράφτω

glitter as if covered with spangles

Λεξικό Δέντρο

spangly
spangle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store