Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spammer
01
spammer, αποστολέας ανεπιθύμητων μηνυμάτων
a person or organization that sends a large number of unwanted advertisements or messages online
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spammers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spammer
spam



























