Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spam
01
ανεπιθύμητη αλληλογραφία, spam
unwanted or irrelevant online advertisements sent to many people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Avoid clicking on attachments from unknown sources to minimize exposure to spam.
Αποφύγετε το κλικ σε συνημμένα από άγνωστες πηγές για να ελαχιστοποιήσετε την έκθεση σε spam.
02
Σπαμ, κονσέρβα κρέατος
a canned, processed meat product made chiefly from pork
Παραδείγματα
In Hawaii, Spam musubi is considered a local favorite.
Στη Χαβάη, το Spam musubi θεωρείται τοπικό αγαπημένο.
to spam
01
στέλνω spam, αποστέλλω ανεπιθύμητες διαφημίσεις
to send an unwanted advertisement or message online, usually to a lot of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spam
γ΄ ενικό πρόσωπο
spams
ενεστώτα μετοχή
spamming
απλός αόριστος
spammed
παθητική μετοχή
spammed
Παραδείγματα
She accidentally spammed her contacts list with a chain letter, causing confusion among her friends.
Εντελώς τυχαία έστειλε spam στη λίστα επαφών της με ένα αλυσιδωτό γράμμα, προκαλώντας σύγχυση μεταξύ των φίλων της.
Λεξικό Δέντρο
spammy
spam



























