Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spam
01
ανεπιθύμητη αλληλογραφία, spam
unwanted or irrelevant online advertisements sent to many people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The email filter automatically detects and removes spam from my inbox.
Το φίλτρο email ανιχνεύει και αφαιρεί αυτόματα το spam από το εισερχόμενο μου.
02
Σπαμ, κονσέρβα κρέατος
a canned, processed meat product made chiefly from pork
Παραδείγματα
He fried slices of Spam for breakfast.
Τηγάνισε φέτες Spam για το πρωινό.
to spam
01
στέλνω spam, αποστέλλω ανεπιθύμητες διαφημίσεις
to send an unwanted advertisement or message online, usually to a lot of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spam
γ΄ ενικό πρόσωπο
spams
ενεστώτα μετοχή
spamming
απλός αόριστος
spammed
παθητική μετοχή
spammed
Παραδείγματα
The bot spammed the comment section of the website with links to malicious websites.
Το bot έκανε spam στην ενότητα σχολίων της ιστοσελίδας με συνδέσμους προς κακόβουλες ιστοσελίδες.
Λεξικό Δέντρο
spammy
spam



























