to belt out
Pronunciation
/bˈɛlt ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "belt out"στα αγγλικά

to belt out
[phrase form: belt]
01

τραγουδώ δυνατά και τολμηρά, εκφράζω δυνατή μουσική ενέργεια

to sing loudly and boldly, expressing strong musical energy
to belt out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
belt
ενεστώτας
belt out
γ΄ ενικό πρόσωπο
belts out
ενεστώτα μετοχή
belting out
απλός αόριστος
belted out
παθητική μετοχή
belted out
Παραδείγματα
The street performer could be heard belting out tunes from a distance.
Ο δρόμιος καλλιτέχνης μπορούσε να ακουστεί να τραγουδάει δυνατά μελωδίες από απόσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store