soybean oil
soy
sɔɪ
soy
bean
bin
bin
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "soybean oil"στα αγγλικά

01

λάδι σόγιας, φυτικό λάδι από σόγια

a type of cooking oil extracted from soybeans 
soybean oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
soybean oils
Παραδείγματα
As a vegan, she relies on soybean oil as a versatile cooking oil to create delicious plant-based meals. 

Ως χορτοφάγος, βασίζεται στο σπορέλαιο σόγιας ως ένα ευέλικτο λάδι μαγειρικής για τη δημιουργία νόστιμων φυτικών γευμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store