Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Souvlaki
01
σουβλάκι
a dish of pieces of meat grilled on sticks, originated in Greece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
souvlakia
LanGeek



























