Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
southeasterly
01
νοτιοανατολικός, προς τα νοτιοανατολικά
located toward the direction between south and east
Παραδείγματα
The southeasterly edge of the field is lined with tall oak trees.
Η νοτιοανατολική άκρη του χωραφιού είναι περιστοιχισμένη με ψηλές δρυς.
02
νοτιοανατολικός, προέρχεται από τα νοτιοανατολικά
blowing or originating from the southeast
Παραδείγματα
Southeasterly winds often signal a change in weather patterns.
Οι νοτιοανατολικοί άνεμοι συχνά σηματοδοτούν αλλαγή στα καιρικά μοτίβα.



























