southbound
south
ˈsaʊθ
sawth
bound
baʊnd
bawnd

Ορισμός και σημασία του "southbound"στα αγγλικά

southbound
01

με κατεύθυνση νότια, προς το νότο

traveling in or directed toward the south 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
direction, travel, transportation
Παραδείγματα
The southbound train departs every hour, heading toward the coastal towns. 

Το τρένο με κατεύθυνση νότια αναχωρεί κάθε ώρα, κατευθυνόμενο προς τις παραθαλάσσιες πόλεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

southbound

south

+

bound

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store