south korean
south
ˈsaʊθ
σαουθ
ko
kə
κα
rean
riən
ριαν

Ορισμός και σημασία του "South Korean"στα αγγλικά

01

Νοτιοκορεάτης, Κορεάτης από τη Νότια Κορέα

a Korean from South Korea 
South Korean definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
South Koreans
south korean
01

νοτιοκορεατικός, σχετικός με τη Νότια Κορέα

relating to South Korea or its people 
South Korean definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, culture, identity
Παραδείγματα
She loves South Korean dramas and watches them every week. 

Αγαπά τα νοτιοκορεάτικα δράματα και τα βλέπει κάθε εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store