soundproof
sound
ˈsaʊnd
sawnd
proof
pru:f
proof

Ορισμός και σημασία του "soundproof"στα αγγλικά

soundproof
01

ηχομονωτικός, ηχοστεγής

preventing sound from entering or leaving a room or space, typically through the use of special materials or construction techniques 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soundproof
συγκριτικός βαθμός
more soundproof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The walls of the studio are soundproof to ensure quiet recording conditions. 

Οι τοίχοι του στούντιο είναι ηχομονωτικοί για να εξασφαλίζουν ήσυχες συνθήκες ηχογράφησης.

to soundproof
01

ηχομονώνω, μονώνω κατά του θορύβου

insulate against noise 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soundproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
soundproofs
ενεστώτα μετοχή
soundproofing
απλός αόριστος
soundproofed
παθητική μετοχή
soundproofed

Λεξικό Δέντρο

soundproof

sound

+

proof

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store