Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soundproof
01
ηχομονωτικός, ηχοστεγής
preventing sound from entering or leaving a room or space, typically through the use of special materials or construction techniques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most soundproof
συγκριτικός βαθμός
more soundproof
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wore soundproof headphones to concentrate in the noisy environment.
Φορούσε ηχομονωτικά ακουστικά για να συγκεντρωθεί στο θορυβώδες περιβάλλον.
to soundproof
01
ηχομονώνω, μονώνω κατά του θορύβου
insulate against noise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
soundproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
soundproofs
ενεστώτα μετοχή
soundproofing
απλός αόριστος
soundproofed
παθητική μετοχή
soundproofed
Λεξικό Δέντρο
soundproof
sound
proof



























