Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soundbox
01
ηχείο, κουτί ηχητικής αντήχησης
the hollow part of a string instrument such as a guitar or violin that produces a resonance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
soundboxes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
soundbox
sound
box



























