Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sound out
[phrase form: sound]
01
διερευνώ, προσπαθώ να μάθω τις απόψεις
to attempt to learn someone's opinions and intentions through subtle or indirect questioning or conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
sound
ενεστώτας
sound out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sounds out
ενεστώτα μετοχή
sounding out
απλός αόριστος
sounded out
παθητική μετοχή
sounded out
Παραδείγματα
Hoping to understand the client's preferences, he decided to sound the ideas out during the discussion.
Ελπίζοντας να κατανοήσει τις προτιμήσεις του πελάτη, αποφάσισε να διερευνήσει τις ιδέες κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
02
αρθρώνω, προφέρω
to articulate words in a specific manner
Παραδείγματα
She confidently sounded out the words, enunciating each syllable clearly.
Προφέρει με σιγουριά τις λέξεις, αρθρώνοντας κάθε συλλαβή ξεκάθαρα.



























