Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sound out
01
διερευνώ, προσπαθώ να μάθω τις απόψεις
to attempt to learn someone's opinions and intentions through subtle or indirect questioning or conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
sound
ενεστώτας
sound out
γ΄ ενικό πρόσωπο
sounds out
ενεστώτα μετοχή
sounding out
απλός αόριστος
sounded out
παθητική μετοχή
sounded out
Παραδείγματα
The reporter skillfully sounded the interviewee's political views out without causing discomfort.
Ο δημοσιογράφος επιδέξια εξέτασε τις πολιτικές απόψεις του συνεντευξιαζόμενου χωρίς να προκαλέσει δυσφορία.
02
αρθρώνω, προφέρω
to articulate words in a specific manner
Παραδείγματα
He practiced sounding the new language out, focusing on correct pronunciation.
Εξασκήθηκε στην προφορά της νέας γλώσσας, εστιάζοντας στη σωστή προφορά.



























