Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Soul
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
souls
Παραδείγματα
The haunting melody of the song seemed to touch the very soul of everyone who heard it.
Η μελωδία που σου έμενε στο μυαλό του τραγουδιού φαινόταν να αγγίζει την ψυχή όλων όσων το άκουγαν.
02
ψυχή, πρόσωπο
a person
Παραδείγματα
He helped every soul who came to the shelter.
Βοήθησε κάθε ψυχή που ήρθε στο καταφύγιο.
03
ψυχή, πάθος
intense feeling, emotion, or spirit, often of a profound or passionate nature
Παραδείγματα
She paints with heart and soul.
Ζωγραφίζει με καρδιά και ψυχή.
04
ψυχή, ουσία
the human embodiment or essence of a particular quality, idea, or entity
Παραδείγματα
Music is the soul of cultural identity.
Η ψυχή είναι η ουσία της πολιτισμικής ταυτότητας.
Παραδείγματα
The soul music of the 1960s and 1970s remains influential, continuing to inspire new generations of artists.
Η μουσική soul της δεκαετίας του 1960 και του 1970 παραμένει επιρρεπής, συνεχίζοντας να εμπνέει νέες γενιές καλλιτεχνών.
Λεξικό Δέντρο
soulful
soulless
soul



























