Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bellows
01
φυσητήρας, φούρνα
(plural) a mechanical tool that produces a current of air to blow into a fire or produce a sound in a musical instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bellows



























